Греческий словарь
с грамматикой

χειροκίνητος

[çiroˈcinitos]прилагательноеB1

Значения

1
ручной, приводимый в движение рукой
manual, hand-operated · χειροκίνητη αντλία — ручной насос

Грамматика

мужской род
им.
χειροκίνητος
вин.
χειροκίνητο
род.
χειροκίνητου
зват.
χειροκίνητε
женский род
им.
χειροκίνητη
вин.
χειροκίνητη
род.
χειροκίνητης
зват.
χειροκίνητη
средний род
им.
χειροκίνητο
вин.
χειροκίνητο
род.
χειροκίνητου
зват.
χειροκίνητο

Примеры

Αυτή η χειροκίνητη αντλία είναι πολύ αποτελεσματική.
Этот ручной насос очень эффективен. · This hand pump is very effective.
Χρειαζόμαστε χειροκίνητα εργαλεία για το έργο.
Нам нужны ручные инструменты для работы. · We need manual tools for the job.
Το χειροκίνητο κιβώτιο ταχυτήτων διαθέτει έξι σχέσεις.
Механическая коробка передач имеет шесть передач. · The manual gearbox has six gears.