Греческий словарь
с грамматикой

χειροβομβίδα

[çirovoˈmviða]существительноеη · женский родB1

Значения

1
ручная граната
hand grenade · όπλο πολέμου — боевое оружие

Грамматика

Ед. ч.
им.
η χειροβομβίδα
вин.
την χειροβομβίδα
род.
της χειροβομβίδας
зват.
χειροβομβίδα
Мн. ч.
им.
οι χειροβομβίδες
вин.
τις χειροβομβίδες
род.
των χειροβομβίδων
зват.
χειροβομβίδες

Примеры

Ο στρατιώτης έριξε τη χειροβομβίδα προς το εχθρό.
Боец бросил ручную гранату в сторону противника. · The soldier threw the hand grenade toward the enemy.
Οι χειροβομβίδες ήταν αποθηκευμένες στο οπλοστάσιο.
Ручные гранаты хранились в оружейной. · The hand grenades were stored in the armory.
Την χειροβομβίδα χρησιμοποιούσαν μόνο οι έμπειροι.
Ручную гранату использовали только опытные боевики. · Only experienced fighters used the hand grenade.