Греческий словарь
с грамматикой

χειριστής

[çiriˈstis]существительноеο · мужской родB1

Значения

1
оператор (машины, устройства)
operator (of a machine, device) · χειριστής ενός κράνους — оператор крана
2
пилот (самолёта)
pilot (of an aircraft) · ένας έμπειρος χειριστής — опытный пилот
3
манипулятор, тот, кто ловко управляет чем-либо
manipulator, one who skillfully handles something · χειριστής της κοινής γνώμης — манипулятор общественного мнения

Грамматика

Ед. ч.
им.
ο χειριστής
вин.
το χειριστή
род.
του χειριστή
зват.
χειριστή
Мн. ч.
им.
οι χειριστές
вин.
τους χειριστές
род.
των χειριστών
зват.
χειριστές

Примеры

Ο χειριστής του γερανού είναι πολύ έμπειρος.
Оператор крана очень опытен. · The crane operator is very experienced.
Οι χειριστές των αεροσκαφών πέρασαν εκτεταμένη κατάρτιση.
Пилоты самолётов прошли обширную подготовку. · The aircraft pilots underwent extensive training.
Κατηγορήθηκε ότι ήταν χειριστής της αγοράς.
Его обвинили в манипулировании рынком. · He was accused of market manipulation.
Ο χειριστή, προσέξτε το ύψος του αεροσκάφους!
Пилот, следите за высотой самолёта! · Pilot, watch the aircraft's altitude!