Греческий словарь
с грамматикой

χειραγωγώ

[çiraɣoˈɣo]глаголгруппа Б2 (-ώ → -είς)B2

Значения

1
вести за руку, водить за руку
to lead by the hand, to guide by hand · χειραγωγώ ένα παιδί — вести ребёнка за руку
2
руководить, направлять, управлять
to guide, to direct, to steer · χειραγωγώ τις ενέργειες — руководить действиями

Грамматика

Настоящее время
εγώ
χειραγωγώ
εσύ
χειραγωγείς
αυτός
χειραγωγεί
εμείς
χειραγωγούμε
εσείς
χειραγωγείτε
αυτοί
χειραγωγούν
Аорист
εγώ
χειραγώγησα
εσύ
χειραγώγησες
αυτός
χειραγώγησε
εμείς
χειραγωγήσαμε
εσείς
χειραγωγήσατε
αυτοί
χειραγώγησαν
Будущее
εγώ
θα χειραγωγήσω
εσύ
θα χειραγωγήσεις
αυτός
θα χειραγωγήσει
εμείς
θα χειραγωγήσουμε
εσείς
θα χειραγωγήσετε
αυτοί
θα χειραγωγήσουν

Примеры

Η δασκάλα χειραγωγεί τα μικρά παιδιά στο δρόμο.
Учительница ведёт маленьких детей за руки на дороге. · The teacher guides the small children by hand along the road.
Χειραγώγησε τον παππού του προσεκτικά στη σκάλα.
Он осторожно вёл своего деда за руку по лестнице. · He carefully led his grandfather by the hand down the stairs.
Ο επίσκοπος χειραγωγούσε τους πιστούς στην πίστη.
Епископ наставлял верующих в вере. · The bishop guided the faithful in their faith.