Греческий словарь
с грамматикой

χειρίζομαι

[çiˈrizome]глаголB1

Значения

1
управлять, обращаться (с чем-либо/кем-либо), оперировать
to handle, to manage, to operate, to deal with · χειρίζομαι έναν υπολογιστή — управляю компьютером
2
манипулировать, ловко использовать
to manipulate, to wield skillfully · χειρίζεται καλά τα εργαλεία — ловко работает с инструментами

Грамматика

Настоящее время
εγώ
χειρίζομαι
εσύ
χειρίζεσαι
αυτός
χειρίζεται
εμείς
χειριζόμαστε
εσείς
χειρίζεστε
αυτοί
χειρίζονται
Аорист
εγώ
χειρίστηκα
εσύ
χειρίστηκες
αυτός
χειρίστηκε
εμείς
χειριστήκαμε
εσείς
χειριστήκατε
αυτοί
χειρίστηκαν
Будущее
εγώ
θα χειριστώ
εσύ
θα χειριστείς
αυτός
θα χειριστεί
εμείς
θα χειριστούμε
εσείς
θα χειριστείτε
αυτοί
θα χειριστούν

Примеры

Πώς χειρίζεσαι τον νέο υπολογιστή;
Как ты управляешься с новым компьютером? · How do you handle the new computer?
Ο δάσκαλος χειρίζεται πολύ καλά την τάξη.
Учитель очень хорошо управляет классом. · The teacher manages the class very well.
Χειρίστηκαν δύσκολα την κατάσταση με επαγγελματισμό.
Они профессионально справились со сложной ситуацией. · They handled the difficult situation professionally.
Θα χειριστώ τα έγγραφα με προσοχή.
Я буду обращаться с документами внимательно. · I will deal with the documents carefully.