χειμωνιάτικος
[çimoˈɲatikos]прилагательноеA2
Значения
1
зимний, относящийся к зиме
wintry, relating to winter · χειμωνιάτικα ρούχα — зимняя одежда
2
холодный, суровый (о погоде)
cold, harsh (of weather) · χειμωνιάτικος καιρός — суровая погода
Грамматика
мужской род
им.
χειμωνιάτικος
вин.
χειμωνιάτικο
род.
χειμωνιάτικου
зват.
χειμωνιάτικε
женский род
им.
χειμωνιάτικη
вин.
χειμωνιάτικη
род.
χειμωνιάτικης
зват.
χειμωνιάτικη
средний род
им.
χειμωνιάτικο
вин.
χειμωνιάτικο
род.
χειμωνιάτικου
зват.
χειμωνιάτικο
Примеры
Τα χειμωνιάτικα ρούχα είναι πολύ ζεστά.
Зимняя одежда очень тёплая. · Winter clothes are very warm.
Έχουμε χειμωνιάτικο καιρό τώρα.
Сейчас суровая погода. · We have harsh weather now.
Οι χειμωνιάτικες διακοπές αρχίζουν σε δύο εβδομάδες.
Зимние каникулы начинаются через две недели. · Winter holidays start in two weeks.
Δεν μου αρέσει ο χειμωνιάτικος αέρας.
Мне не нравится холодный ветер. · I don't like the winter wind.