Греческий словарь
с грамматикой

χαστουκίζω

[xastuˈkizo]глаголB1

Значения

1
давать пощёчину, ударять по лицу
to slap (on the face) · χαστουκίζω κάποιον στο πρόσωπο — ударять кого-то по лицу

Грамматика

Настоящее время
εγώ
χαστουκίζω
εσύ
χαστουκίζεις
αυτός
χαστουκίζει
εμείς
χαστουκίζουμε
εσείς
χαστουκίζετε
αυτοί
χαστουκίζουν
Аорист
εγώ
χαστούκισα
εσύ
χαστούκισες
αυτός
χαστούκισε
εμείς
χαστουκίσαμε
εσείς
χαστουκίσατε
αυτοί
χαστούκισαν
Будущее
εγώ
θα χαστουκίσω
εσύ
θα χαστουκίσεις
αυτός
θα χαστουκίσει
εμείς
θα χαστουκίσουμε
εσείς
θα χαστουκίσετε
αυτοί
θα χαστουκίσουν

Примеры

Της χαστούκισε μπροστά σε όλους.
Он дал ей пощёчину на глазах у всех. · He slapped her in front of everyone.
Δεν πρέπει να χαστουκίζεις τα παιδιά.
Не нужно бить детей по лицу. · You shouldn't slap children.
Με χαστούκιζε κάθε φορά που τον κορόιδευα.
Он бил меня по лицу каждый раз, когда я над ним издевался. · He would slap me every time I made fun of him.