Греческий словарь
с грамматикой

χαρακτηριστικός

[xarakterisˈtikos]прилагательноеB1

Значения

1
характерный, типичный
characteristic, typical · χαρακτηριστικό χαμόγελο — характерная улыбка
2
отличительный, свойственный
distinctive, peculiar · χαρακτηριστικά χρώματα — отличительные цвета

Грамматика

мужской род
им.
χαρακτηριστικός
вин.
χαρακτηριστικό
род.
χαρακτηριστικού
зват.
χαρακτηριστικέ
женский род
им.
χαρακτηριστική
вин.
χαρακτηριστική
род.
χαρακτηριστικής
зват.
χαρακτηριστική
средний род
им.
χαρακτηριστικό
вин.
χαρακτηριστικό
род.
χαρακτηριστικού
зват.
χαρακτηριστικό

Примеры

Το χαρακτηριστικό γνώρισμα της Ελλάδας είναι τα νησιά.
Характерная черта Греции — это острова. · A characteristic feature of Greece is its islands.
Αυτό είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα λάθους.
Это типичный пример ошибки. · This is a typical example of a mistake.
Οι χαρακτηριστικές φωνές τους ήταν εύκολα αναγνώσιμες.
Их отличительные голоса были легко узнаваемы. · Their distinctive voices were easily recognizable.
Αυτά είναι χαρακτηριστικά στοιχεία της κουλτούρας.
Это характерные элементы культуры. · These are characteristic elements of the culture.