Греческий словарь
с грамматикой

χαρακτηρίζω

[xaraktɪˈrizo]глаголB1

Значения

1
характеризовать, описывать, определять черты
to characterize, to describe the nature or qualities of · χαρακτηρίζουμε τον ήρωα — мы характеризуем героя
2
называть, именовать (кого-что как...)
to call, to label (someone/something as) · τον χαρακτήρισαν ψευδή — его назвали лжецом
3
быть характерным, отличительным признаком
to be characteristic of, to mark or distinguish · η τιμιότητα χαρακτηρίζει τον άνδρα — честность характеризует человека

Грамматика

Настоящее время
εγώ
χαρακτηρίζω
εσύ
χαρακτηρίζεις
αυτός
χαρακτηρίζει
εμείς
χαρακτηρίζουμε
εσείς
χαρακτηρίζετε
αυτοί
χαρακτηρίζουν
Аорист
εγώ
χαρακτήρισα
εσύ
χαρακτήρισες
αυτός
χαρακτήρισε
εμείς
χαρακτηρίσαμε
εσείς
χαρακτηρίσατε
αυτοί
χαρακτήρισαν
Будущее
εγώ
θα χαρακτηρίσω
εσύ
θα χαρακτηρίσεις
αυτός
θα χαρακτηρίσει
εμείς
θα χαρακτηρίσουμε
εσείς
θα χαρακτηρίσετε
αυτοί
θα χαρακτηρίσουν

Примеры

Η αναλυτική σκέψη χαρακτηρίζει έναν καλό επιστήμονα.
Аналитическое мышление характеризует хорошего учёного. · Analytical thinking characterizes a good scientist.
Τον χαρακτήρισαν ως ο καλύτερος στην ομάδα.
Его назвали лучшим в команде. · They called him the best on the team.
Η επιθετικότητα χαρακτηρίζει αυτή τη συμπεριφορά.
Агрессивность отличает это поведение. · Aggressiveness marks this behavior.
Θα χαρακτηρίσουμε τα δεδομένα ως αξιόπιστα.
Мы назовём эти данные надёжными. · We will characterize the data as reliable.