Греческий словарь
с грамматикой

χαράσσω

[xaˈraso]глаголB1

Значения

1
царапать, чертить, резать
to scratch, to carve, to engrave · χαράσσω το δέρμα — царапать кожу
2
разграничивать, проводить линию
to mark a boundary, to draw a line · χαράσσω τα όρια — проводить границу
3
налагать штраф, штрафовать
to impose a fine · χαράσσω πρόστιμο — налагать штраф

Грамматика

Настоящее время
εγώ
χαράσσω
εσύ
χαράσσεις
αυτός
χαράσσει
εμείς
χαράσσουμε
εσείς
χαράσσετε
αυτοί
χαράσσουν
Аорист
εγώ
χάραξα
εσύ
χάραξες
αυτός
χάραξε
εμείς
χαράξαμε
εσείς
χαράξατε
αυτοί
χάραξαν
Будущее
εγώ
θα χαράξω
εσύ
θα χαράξεις
αυτός
θα χαράξει
εμείς
θα χαράξουμε
εσείς
θα χαράξετε
αυτοί
θα χαράξουν

Примеры

Το παιδί χάραξε την πόρτα με το μολύβι.
Ребенок поцарапал дверь карандашом. · The child scratched the door with a pencil.
Η νέα νομοθεσία χαράσσει σαφή όρια.
Новое законодательство устанавливает четкие границы. · The new legislation marks clear boundaries.
Του χάραξαν πρόστιμο για παράβαση.
Ему наложили штраф за нарушение. · They imposed a fine on him for the violation.
Η σκάλα χαράσσει τις σκέπες.
Лестница царапает крыши. · The ladder is scratching the roofs.