Греческий словарь
с грамматикой

χαμογελάω

[xamoɡeˈla.o]глаголA1

Значения

1
улыбаться
to smile · χαμογελάω στον φίλο — улыбаюсь другу

Грамматика

Настоящее время
εγώ
χαμογελάω
εσύ
χαμογελάς
αυτός
χαμογελάει
εμείς
χαμογελάμε
εσείς
χαμογελάτε
αυτοί
χαμογελάνε
Аорист
εγώ
χαμογέλασα
εσύ
χαμογέλασες
αυτός
χαμογέλασε
εμείς
χαμογελάσαμε
εσείς
χαμογελάσατε
αυτοί
χαμογέλασαν
Будущее
εγώ
θα χαμογελάσω
εσύ
θα χαμογελάσεις
αυτός
θα χαμογελάσει
εμείς
θα χαμογελάσουμε
εσείς
θα χαμογελάσετε
αυτοί
θα χαμογελάσουν

Примеры

Η μαμά μου χαμογελάει πάντα.
Моя мама всегда улыбается. · My mother always smiles.
Χαμογέλασαν όταν είδαν τη φωτογραφία.
Они улыбнулись, когда увидели фотографию. · They smiled when they saw the photo.
Θα χαμογελάσει όταν του δώσεις το δώρο.
Он улыбнется, когда ты ему дашь подарок. · He will smile when you give him the gift.
Χαμογέλα! Δεν είναι τόσο άσχημα.
Улыбнись! Это не так плохо. · Smile! It's not that bad.