Греческий словарь
с грамматикой

χαζολογώ

[xazoloˈɣo]глаголгруппа Б2 (-ώ → -είς)B1

Значения

1
говорить глупости, нести чушь
to talk nonsense, to spout rubbish · χαζολογεί για τα πάντα — несёт чушь обо всём
2
шутить, балагурить
to joke, to fool around · χαζολογάει για να γελάσουμε — балагурит, чтобы мы смеялись

Грамматика

Настоящее время
εγώ
χαζολογώ
εσύ
χαζολογείς
αυτός
χαζολογεί
εμείς
χαζολογούμε
εσείς
χαζολογείτε
αυτοί
χαζολογούν
Аорист
εγώ
χαζολόγησα
εσύ
χαζολόγησες
αυτός
χαζολόγησε
εμείς
χαζολογήσαμε
εσείς
χαζολογήσατε
αυτοί
χαζολόγησαν
Будущее
εγώ
θα χαζολογήσω
εσύ
θα χαζολογήσεις
αυτός
θα χαζολογήσει
εμείς
θα χαζολογήσουμε
εσείς
θα χαζολογήσετε
αυτοί
θα χαζολογήσουν

Примеры

Πάλι χαζολογάει και δεν ακούει κανείς.
Опять несёт чушь и никто его не слушает. · He's spouting nonsense again and nobody is listening.
Χαζολόγησε όλη την ώρα και μας έκανε να γελάμε.
Весь час балагурил и заставил нас смеяться. · He was joking the whole time and made us laugh.
Όταν χαζολογώ, η αδερφή μου με φωνάζει.
Когда я несу чушь, моя сестра меня ругает. · When I talk rubbish, my sister scolds me.