χάμπουργκερ
[ˈxamburŋɡer]существительноеο · мужской родA2
Значения
1
гамбургер
hamburger · ένα σάντουιτς με κρέας — бутерброд с мясом
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο χάμπουργκερ
вин.
τον χάμπουργκερ
род.
του χάμπουργκερ
зват.
χάμπουργκερ
Мн. ч.
им.
οι χάμπουργκερ
вин.
τους χάμπουργκερ
род.
των χάμπουργκερ
зват.
χάμπουργκερ
Примеры
Θέλω έναν χάμπουργκερ με τυρί.
Я хочу гамбургер с сыром. · I want a cheeseburger.
Οι παιδιά τρώνε χάμπουργκερ κάθε Σάββατο.
Дети едят гамбургеры каждую субботу. · The kids eat hamburgers every Saturday.
Αυτό το εστιατόριο φτιάχνει τους καλύτερους χάμπουργκερ στην πόλη.
Этот ресторан готовит лучшие гамбургеры в городе. · This restaurant makes the best hamburgers in town.