Греческий словарь
с грамматикой

φόρτιση

[ˈforti.si]существительноеη · женский родB1

Значения

1
загрузка (груза, товаров)
loading (of cargo, goods) · φόρτιση εμπορευμάτων — загрузка товаров
2
зарядка (аккумулятора, батареи)
charging (of battery, accumulator) · φόρτιση μπαταρίας — зарядка батареи
3
нагрузка, обязательство
burden, obligation · φόρτιση υποχρεώσεων — бремя обязательств

Грамматика

Ед. ч.
им.
η φόρτιση
вин.
τη φόρτιση
род.
της φόρτισης
зват.
φόρτιση
Мн. ч.
им.
οι φορτίσεις
вин.
τις φορτίσεις
род.
των φορτίσεων
зват.
φορτίσεις

Примеры

Η φόρτιση του πλοίου διαρκεί δύο ημέρες.
Загрузка корабля занимает два дня. · The loading of the ship takes two days.
Χρειάζεται φόρτιση του κινητού πριν το ταξίδι.
Перед поездкой нужно зарядить телефон. · The phone needs charging before the trip.
Αυτή η δουλειά είναι μια μεγάλη φόρτιση για εμένα.
Эта работа — большое бремя для меня. · This job is a heavy burden for me.
Οι φορτίσεις ηλεκτρικών οχημάτων γίνονται πιο γρήγορες.
Зарядка электромобилей становится всё быстрее. · EV charging is becoming faster.