Греческий словарь
с грамматикой

φωτογραφώ

[fotoɣraˈfo]глаголгруппа Б2 (-ώ → -είς)A2

Значения

1
фотографировать, снимать (на камеру)
to photograph, to take a photo · φωτογραφώ τα παιδιά — фотографирую детей

Грамматика

Настоящее время
εγώ
φωτογραφώ
εσύ
φωτογραφείς
αυτός
φωτογραφεί
εμείς
φωτογραφούμε
εσείς
φωτογραφείτε
αυτοί
φωτογραφούν
Аорист
εγώ
φωτογράφησα
εσύ
φωτογράφησες
αυτός
φωτογράφησε
εμείς
φωτογραφήσαμε
εσείς
φωτογραφήσατε
αυτοί
φωτογράφησαν
Будущее
εγώ
θα φωτογραφήσω
εσύ
θα φωτογραφήσεις
αυτός
θα φωτογραφήσει
εμείς
θα φωτογραφήσουμε
εσείς
θα φωτογραφήσετε
αυτοί
θα φωτογραφήσουν

Примеры

Φωτογράφησα το ηλιοβασίλεμα χθες.
Вчера я сфотографировал закат. · Yesterday I photographed the sunset.
Αρέσει να φωτογραφώ όταν ταξιδεύω.
Мне нравится фотографировать, когда путешествую. · I like to photograph when I travel.
Θα φωτογραφήσουμε το γάμο του φίλου μας.
Мы сфотографируем свадьбу нашего друга. · We will photograph our friend's wedding.
Είναι καλό να φωτογραφείς με φυσικό φως.
Хорошо фотографировать при естественном свете. · It is good to photograph with natural light.