Греческий словарь
с грамматикой

φωτογραφίζω

[fotoɣraˈfizo]глаголгруппа А (безударное -ω)A2

Значения

1
фотографировать, снимать (на фотоаппарат)
to photograph, to take a photograph of · φωτογραφίζω τον φίλο μου — фотографирую моего друга
2
фотографировать (позировать перед камерой)
to be photographed, to pose for a photograph · φωτογραφίζομαι για το περιοδικό — фотографируюсь для журнала

Грамматика

Настоящее время
εγώ
φωτογραφίζω
εσύ
φωτογραφίζεις
αυτός
φωτογραφίζει
εμείς
φωτογραφίζουμε
εσείς
φωτογραφίζετε
αυτοί
φωτογραφίζουν
Аорист
εγώ
φωτογράφησα
εσύ
φωτογράφησες
αυτός
φωτογράφησε
εμείς
φωτογραφήσαμε
εσείς
φωτογραφήσατε
αυτοί
φωτογράφησαν
Будущее
εγώ
θα φωτογραφίσω
εσύ
θα φωτογραφίσεις
αυτός
θα φωτογραφίσει
εμείς
θα φωτογραφίσουμε
εσείς
θα φωτογραφίσετε
αυτοί
θα φωτογραφίσουν

Примеры

Φωτογραφίζω τα παιδιά στο πάρκο.
Я фотографирую детей в парке. · I'm photographing the children in the park.
Τι όμορφο! Φωτογράφησε με αυτό το κόσμημα.
Как красиво! Сфотографируй меня с этим украшением. · How lovely! Photograph me with this jewel.
Ο φωτογράφος φωτογραφίζει τη νύφη με τον γαμπρό.
Фотограф фотографирует невесту с женихом. · The photographer is photographing the bride with the groom.
Θα φωτογραφιστείς για το διαβατήριό σου;
Будешь фотографироваться для своего паспорта? · Will you get photographed for your passport?