Греческий словарь
с грамматикой

φωτογραφία

[fotoɣraˈfia]существительноеη · женский родA1

Значения

1
фотография, снимок
photograph, photo · μια φωτογραφία του σπιτιού — фотография дома
2
фотография (как вид искусства или ремесло)
photography (the art or practice) · η φωτογραφία είναι τέχνη — фотография — это искусство

Грамматика

Ед. ч.
им.
η φωτογραφία
вин.
τη φωτογραφία
род.
της φωτογραφίας
зват.
φωτογραφία
Мн. ч.
им.
οι φωτογραφίες
вин.
τις φωτογραφίες
род.
των φωτογραφιών
зват.
φωτογραφίες

Примеры

Έχεις φωτογραφίες από τις διακοπές;
У тебя есть фотографии с отпуска? · Do you have any photos from your vacation?
Η φωτογραφία είναι το αγαπημένο μου χόμπι.
Фотография — мое любимое хобби. · Photography is my favourite hobby.
Πήρα μια όμορφη φωτογραφία του ηλιοβασιλέματος.
Я сделал красивую фотографию заката. · I took a beautiful photo of the sunset.
Οι φωτογραφίες της Μαρίας ήταν εντυπωσιακές.
Фотографии Марии были впечатляющими. · Maria's photographs were impressive.