φωτογράφος
[fotoˈɣrafos]существительноеο · мужской родA1
Значения
1
фотограф (человек, который фотографирует)
photographer (person who takes photographs) · ο φωτογράφος τραβάει φωτογραφίες — фотограф снимает фотографии
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο φωτογράφος
вин.
τον φωτογράφο
род.
του φωτογράφου
зват.
φωτογράφε
Мн. ч.
им.
οι φωτογράφοι
вин.
τους φωτογράφους
род.
των φωτογράφων
зват.
φωτογράφοι
Примеры
Ο φωτογράφος εργάζεται στο στούντιο.
Фотограф работает в студии. · The photographer works in the studio.
Η νύφη μίλησε με τον φωτογράφο για τη δουλειά.
Невеста поговорила с фотографом о работе. · The bride talked to the photographer about the job.
Οι φωτογράφοι παίρνουν υπέροχες φωτογραφίες.
Фотографы делают прекрасные снимки. · Photographers take wonderful photographs.