Греческий словарь
с грамматикой

φωτογράφιση

[fotoˈɣrafi]существительноеη · женский родA2

Значения

1
фотография (действие съёмки)
photography (the act of taking photographs) · η φωτογράφιση του παιδιού — фотографирование ребёнка
2
фотография (снимок, результат)
photograph (a picture or result) · όμορφη φωτογράφιση — красивый снимок

Грамматика

Ед. ч.
им.
η φωτογράφιση
вин.
τη φωτογράφιση
род.
της φωτογράφισης
зват.
φωτογράφιση
Мн. ч.
им.
οι φωτογραφίσεις
вин.
τις φωτογραφίσεις
род.
των φωτογραφίσεων
зват.
φωτογραφίσεις

Примеры

Η φωτογράφιση του γάμου ήταν εξαιρετική.
Фотография свадьбы была исключительной. · The wedding photography was outstanding.
Κάνω φωτογράφιση ως επάγγελμα.
Фотография — моя профессия. · I do photography as a profession.
Οι φωτογραφίσεις από το ταξίδι είναι πολύ όμορφες.
Снимки с поездки очень красивые. · The photographs from the trip are very beautiful.