φωτογράφηση
[fotoˈɣrafisi]существительноеη · женский родB1
Значения
1
фотография (действие съёмки)
photography (the act of taking photographs) · η φωτογράφηση του γάμου — фотография свадьбы
2
фотография (собирательно: фотографии)
photography (collectively: photographs, photographic work) · η φωτογράφηση είναι τέχνη — фотография — это искусство
Грамматика
Ед. ч.
им.
η φωτογράφηση
вин.
τη φωτογράφηση
род.
της φωτογραφήσης
зват.
φωτογράφηση
Мн. ч.
им.
οι φωτογραφήσεις
вин.
τις φωτογραφήσεις
род.
των φωτογραφήσεων
зват.
φωτογραφήσεις
Примеры
Η φωτογράφηση του παιδιού ήταν πολύ δύσκολη.
Фотографирование ребёнка было очень сложным. · Photographing the child was very difficult.
Ειδικεύεται στη φωτογράφηση φύσης.
Он специализируется на фотографии природы. · He specializes in nature photography.
Οι φωτογραφήσεις του ήταν εκθεμένες στο μουσείο.
Его фотографии были выставлены в музее. · His photographs were displayed in the museum.
Αγαπώ τη φωτογράφηση γάμων και εκδηλώσεων.
Люблю фотографировать свадьбы и события. · I love photographing weddings and events.