φωτεινότητα
[fotiˈnota]существительноеη · женский родB2
Значения
1
яркость, светлость (физическое свойство)
brightness, luminosity (physical property) · η φωτεινότητα του ήλιου — яркость солнца
2
светлота, ясность (в живописи)
luminance, lightness (in painting) · διαφορές φωτεινότητας — различия в светлоте
Грамматика
Ед. ч.
им.
η φωτεινότητα
вин.
τη φωτεινότητα
род.
της φωτεινότητας
зват.
φωτεινότητα
Мн. ч.
им.
οι φωτεινότητες
вин.
τις φωτεινότητες
род.
των φωτεινοτήτων
зват.
φωτεινότητες
Примеры
Η φωτεινότητα του δωματίου ήταν πολύ χαμηλή.
Яркость в комнате была очень низкая. · The brightness in the room was very low.
Ο καλλιτέχνης ελέγχει τις φωτεινότητες στον πίνακα.
Художник контролирует светлоты на картине. · The artist controls the luminance values in the painting.
Αυτή η λάμπα έχει καλή φωτεινότητα για τη δουλειά.
Эта лампа обеспечивает хорошую яркость для работы. · This lamp provides good brightness for work.