Греческий словарь
с грамматикой

φωτίζω

[foˈtizo]глаголA2

Значения

1
освещать, светить на что-либо
to light (up), to illuminate · φωτίζω το δωμάτιο — освещаю комнату
2
объяснять, просвещать (переносное значение)
to enlighten, to clarify (figurative) · φωτίζω το νου του — просвещаю его

Грамматика

Настоящее время
εγώ
φωτίζω
εσύ
φωτίζεις
αυτός
φωτίζει
εμείς
φωτίζουμε
εσείς
φωτίζετε
αυτοί
φωτίζουν
Аорист
εγώ
φώτισα
εσύ
φώτισες
αυτός
φώτισε
εμείς
φωτίσαμε
εσείς
φωτίσατε
αυτοί
φώτισαν
Будущее
εγώ
θα φωτίσω
εσύ
θα φωτίσεις
αυτός
θα φωτίσει
εμείς
θα φωτίσουμε
εσείς
θα φωτίσετε
αυτοί
θα φωτίσουν

Примеры

Ο λαμπτήρας φωτίζει όλο το δωμάτιο.
Лампа освещает всю комнату. · The lamp lights up the entire room.
Φώτισε το πρόσωπό του με ένα κερί.
Он осветил своё лицо свечой. · He illuminated his face with a candle.
Αυτή η εξήγηση φώτισε τις αpορίες μας.
Это объяснение развеяло наши сомнения. · This explanation clarified our doubts.
Το φεγγάρι φωτίζει τη νύχτα.
Луна освещает ночь. · The moon lights the night.