Греческий словарь
с грамматикой

φωνάζω

[foˈnazo]глаголA1

Значения

1
кричать, громко звать
to shout, to call out loudly · φωνάζει δυνατά — кричит громко
2
кричать, ругаться (выражать гнев)
to yell, to shout angrily · φωνάζει στο παιδί — кричит на ребёнка

Грамматика

Настоящее время
εγώ
φωνάζω
εσύ
φωνάζεις
αυτός
φωνάζει
εμείς
φωνάζουμε
εσείς
φωνάζετε
αυτοί
φωνάζουν
Аорист
εγώ
φώναξα
εσύ
φώναξες
αυτός
φώναξε
εμείς
φωνάξαμε
εσείς
φωνάξατε
αυτοί
φώναξαν
Будущее
εγώ
θα φωνάξω
εσύ
θα φωνάξεις
αυτός
θα φωνάξει
εμείς
θα φωνάξουμε
εσείς
θα φωνάξετε
αυτοί
θα φωνάξουν

Примеры

Η μάνα φωνάζει το όνομα του παιδιού.
Мама кричит имя ребёнка. · The mother calls out the child's name.
Φώναξε γιατί τον πόνεσε.
Он закричал, потому что ему больно. · He yelled because it hurt.
Μην φωνάζεις στο σπίτι!
Не кричи дома! · Don't shout in the house!
Τα παιδιά φωνάζουν στο παιχνίδι.
Дети кричат во время игры. · The children are shouting while playing.