Греческий словарь
с грамматикой

φυτεύω

[fiˈtevo]глаголA2

Значения

1
сажать (растение, дерево)
to plant (a tree, plant) · φυτεύω δέντρα — сажу деревья
2
основывать, учреждать
to establish, found (an institution, settlement) · φυτεύω μια πόλη — основываю город

Грамматика

Настоящее время
εγώ
φυτεύω
εσύ
φυτεύεις
αυτός
φυτεύει
εμείς
φυτεύουμε
εσείς
φυτεύετε
αυτοί
φυτεύουν
Аорист
εγώ
φύτεψα
εσύ
φύτεψες
αυτός
φύτεψε
εμείς
φυτέψαμε
εσείς
φυτέψατε
αυτοί
φύτεψαν
Будущее
εγώ
θα φυτέψω
εσύ
θα φυτέψεις
αυτός
θα φυτέψει
εμείς
θα φυτέψουμε
εσείς
θα φυτέψετε
αυτοί
θα φυτέψουν

Примеры

Φυτεύουμε λουλούδια στον κήπο.
Мы сажаем цветы в саду. · We plant flowers in the garden.
Ο παππούς φύτεψε αυτό το δέντρο χρόνια πολλά.
Дедушка посадил это дерево много лет назад. · Grandfather planted this tree many years ago.
Την άνοιξη θα φυτέψουν νέα δέντρα στο πάρκο.
Весной они посадят новые деревья в парке. · In spring they will plant new trees in the park.
Οι πρώτοι Έλληνες φύτεψαν αποικίες στη Μικρά Ασία.
Первые греки основали колонии в Малой Азии. · Early Greeks founded colonies in Asia Minor.