Греческий словарь
с грамматикой

φυσιογνωμία

[fi.si.oɣ.noˈmi.a]существительноеη · женский родC1

Значения

1
лицо, черты лица, внешность
face, facial features, appearance · η φυσιογνωμία του ανθρώπου — внешность человека
2
характер, облик, природа (чего-либо нематериального)
character, nature, appearance (of something abstract) · η φυσιογνωμία της πόλης — облик города

Грамматика

Ед. ч.
им.
η φυσιογνωμία
вин.
την φυσιογνωμία
род.
της φυσιογνωμίας
зват.
φυσιογνωμία
Мн. ч.
им.
οι φυσιογνωμίες
вин.
τις φυσιογνωμίες
род.
των φυσιογνωμιών
зват.
φυσιογνωμίες

Примеры

Η φυσιογνωμία του άνδρα ήταν σοβαρή και αποφασιστική.
Черты лица мужчины были серьёзными и решительными. · The man's features were serious and determined.
Αναγνώρισα την φυσιογνωμία της πόλης μετά τα χρόνια.
Я узнал облик города спустя годы. · I recognized the character of the city after all these years.
Οι φυσιογνωμίες των ανθρώπων αποκαλύπτουν πολλά για τον χαρακτήρα τους.
Черты лиц людей раскрывают многое об их характере. · People's faces reveal much about their character.