Греческий словарь
с грамматикой

φυλακίζω

[filaˈkizo]глаголB1

Значения

1
заключать в тюрьму, сажать в камеру
to imprison, to put in jail · φυλακίζουν τον εγκληματία — заключают преступника в тюрьму
2
охранять, стеречь, защищать
to guard, to watch over, to protect · φυλακίζει το σπίτι του — охраняет свой дом

Грамматика

Настоящее время
εγώ
φυλακίζω
εσύ
φυλακίζεις
αυτός
φυλακίζει
εμείς
φυλακίζουμε
εσείς
φυλακίζετε
αυτοί
φυλακίζουν
Аорист
εγώ
φυλάκισα
εσύ
φυλάκισες
αυτός
φυλάκισε
εμείς
φυλακίσαμε
εσείς
φυλακίσατε
αυτοί
φυλάκισαν
Будущее
εγώ
θα φυλακίσω
εσύ
θα φυλακίσεις
αυτός
θα φυλακίσει
εμείς
θα φυλακίσουμε
εσείς
θα φυλακίσετε
αυτοί
θα φυλακίσουν

Примеры

Τον φυλάκισαν για δέκα χρόνια.
Его приговорили к десяти годам тюрьмы. · He was sentenced to ten years in prison.
Η αστυνομία φυλακίζει τους ύποπτους.
Полиция берёт под стражу подозреваемых. · The police detain the suspects.
Ο σκύλος φυλακίζει το σπίτι όλη τη νύχτα.
Собака охраняет дом всю ночь. · The dog guards the house all night long.
Θα φυλακίσουν τον δράστη αμέσως.
Преступника арестуют немедленно. · They will arrest the perpetrator immediately.