Греческий словарь
с грамматикой

φυλάω

[fiˈlaːo]глаголA2

Значения

1
охранять, сторожить, защищать
to guard, to protect, to watch over · φυλάω το σπίτι — охраняю дом
2
соблюдать, следовать (правилам, законам)
to observe, to follow, to keep (rules, laws) · φυλάω τους κανόνες — соблюдаю правила
3
остерегаться, избегать
to beware of, to avoid, to be cautious · φυλάω το κρύο — остерегаюсь холода

Грамматика

Настоящее время
εγώ
φυλάω
εσύ
φυλάς
αυτός
φυλάει
εμείς
φυλάμε
εσείς
φυλάτε
αυτοί
φυλάνε
Аорист
εγώ
φύλαξα
εσύ
φύλαξες
αυτός
φύλαξε
εμείς
φυλάξαμε
εσείς
φυλάξατε
αυτοί
φύλαξαν
Будущее
εγώ
θα φυλάξω
εσύ
θα φυλάξεις
αυτός
θα φυλάξει
εμείς
θα φυλάξουμε
εσείς
θα φυλάξετε
αυτοί
θα φυλάξουν

Примеры

Ο σκύλος φυλάει το σπίτι τη νύχτα.
Собака охраняет дом ночью. · The dog guards the house at night.
Πρέπει να φυλάξουμε τις παραδόσεις της κοινωνίας.
Мы должны соблюдать традиции общества. · We must preserve the traditions of society.
Φύλαξου από το κρύο και την ασθένεια.
Берегись холода и болезней. · Beware of the cold and illness.
Χθες φύλαξε το παιδί στο σχολείο.
Вчера она присмотрела за ребёнком в школе. · Yesterday she watched over the child at school.