Греческий словарь
с грамматикой

φτύνω

[ˈftino]глаголB1

Значения

1
плевать, плюнуть
spit, expectorate · φτύνω στο έδαφος — плюю на землю
2
выражать презрение, пренебрежение (переносное)
show contempt or disdain (figurative) · φτύνω σε κάποιον — выражаю презрение к кому-то

Грамматика

Настоящее время
εγώ
φτύνω
εσύ
φτύνεις
αυτός
φτύνει
εμείς
φτύνουμε
εσείς
φτύνετε
αυτοί
φτύνουν
Аорист
εγώ
έφτυσα
εσύ
έφτυσες
αυτός
έφτυσε
εμείς
φτύσαμε
εσείς
φτύσατε
αυτοί
έφτυσαν
Будущее
εγώ
θα φτύσω
εσύ
θα φτύσεις
αυτός
θα φτύσει
εμείς
θα φτύσουμε
εσείς
θα φτύσετε
αυτοί
θα φτύσουν

Примеры

Δεν πρέπει να φτύνεις μέσα στη σχολή.
Не следует плевать в школе. · You shouldn't spit inside the school.
Έφτυσε και έφυγε χωρίς λόγο.
Он плюнул и ушёл без объяснений. · He spat and left without explanation.
Θα φτύσει στη μνήμη του εχθρού του.
Он плюёт на память своего врага. · He spits on the memory of his enemy.