φτυάρι
[ftiˈari]существительноеτο · средний родA1
Значения
1
лопата
shovel · εργαλείο για σκάψιμο — инструмент для копания
Грамматика
Ед. ч.
им.
το φτυάρι
вин.
το φτυάρι
род.
του φτυαριού
зват.
φτυάρι
Мн. ч.
им.
τα φτυάρια
вин.
τα φτυάρια
род.
των φτυαριών
зват.
φτυάρια
Примеры
Πήρα το φτυάρι και άρχισα να σκάβω.
Я взял лопату и начал копать. · I took the shovel and started digging.
Χρειάζομαι ένα καινούργιο φτυάρι για τον κήπο.
Мне нужна новая лопата для сада. · I need a new shovel for the garden.
Τα φτυάρια είναι απαραίτητα για την κατασκευή.
Лопаты необходимы для строительства. · Shovels are essential for construction.