Греческий словарь
с грамматикой

φτιάχνω

[fˈtʝaxno]глаголA1

Значения

1
делать, создавать, мастерить
to make, to create, to build · φτιάχνω ένα σπίτι — строю дом
2
готовить (еду)
to prepare, to cook (food) · φτιάχνω φαγητό — готовлю еду
3
чинить, ремонтировать
to repair, to fix · φτιάχνω το αυτοκίνητο — чиню машину

Грамматика

Настоящее время
εγώ
φτιάχνω
εσύ
φτιάχνεις
αυτός
φτιάχνει
εμείς
φτιάχνουμε
εσείς
φτιάχνετε
αυτοί
φτιάχνουν
Аорист
εγώ
έφτιαξα
εσύ
έφτιαξες
αυτός
έφτιαξε
εμείς
έφτιάξαμε
εσείς
έφτιάξατε
αυτοί
έφτιαξαν
Будущее
εγώ
θα φτιάξω
εσύ
θα φτιάξεις
αυτός
θα φτιάξει
εμείς
θα φτιάξουμε
εσείς
θα φτιάξετε
αυτοί
θα φτιάξουν

Примеры

Ο πατέρας μου φτιάχνει ένα τραπέζι.
Мой отец мастерит стол. · My father is building a table.
Χθες έφτιαξα ένα πολύ νόστιμο φαγητό.
Вчера я приготовила очень вкусное блюдо. · Yesterday I cooked a very delicious meal.
Θα φτιάξουμε το σπίτι μας το καλοκαίρι.
Летом мы будем ремонтировать наш дом. · We will repair our house in summer.
Φτιάξε το λάμπα που σπάσε!
Отремонтируй лампу, которая сломалась! · Fix the lamp that broke!