Греческий словарь
с грамматикой

φτάνω

[ˈftano]глаголA1

Значения

1
хватать, быть достаточным
to be enough, to suffice · Τα χρήματα δεν φτάνουν. — Денег не хватает.
2
доходить, доставать (рукой, предметом)
to reach, to stretch to · Δεν φτάνω το ράφι. — Я не дотягиваюсь до полки.
3
прибывать, приходить (в место)
to arrive, to reach (a place) · Φτάνουμε στο σπίτι. — Мы приходим домой.

Грамматика

Настоящее время
εγώ
φτάνω
εσύ
φτάνεις
αυτός
φτάνει
εμείς
φτάνουμε
εσείς
φτάνετε
αυτοί
φτάνουν
Аорист
εγώ
έφτασα
εσύ
έφτασες
αυτός
έφτασε
εμείς
φτάσαμε
εσείς
φτάσατε
αυτοί
έφτασαν
Будущее
εγώ
θα φτάσω
εσύ
θα φτάσεις
αυτός
θα φτάσει
εμείς
θα φτάσουμε
εσείς
θα φτάσετε
αυτοί
θα φτάσουν

Примеры

Φτάνει το χρήμα για τα εισιτήρια;
Денег хватит на билеты? · Is there enough money for the tickets?
Δεν φτάνω να πάρω το βιβλίο από πάνω.
Я не могу достать книгу сверху. · I cannot reach the book on top.
Έφτασα στο γραφείο στις εννέα.
Я прибыл в офис в девять. · I arrived at the office at nine.
Θα φτάσουμε πριν νυχτώσει;
Мы приедем до темноты? · Will we arrive before dark?