Греческий словарь
с грамматикой

φρουρώ

[fruˈro]глаголгруппа Б2 (-ώ → -είς)B1

Значения

1
охранять, стеречь, защищать
to guard, to protect, to keep watch over · φρουρώ το σπίτι — охраняю дом
2
блюсти, соблюдать (правила, традиции)
to observe, to keep, to uphold (rules, traditions) · φρουρώ τα έθιμα — соблюдаю обычаи

Грамматика

Настоящее время
εγώ
φρουρώ
εσύ
φρουρείς
αυτός
φρουρεί
εμείς
φρουρούμε
εσείς
φρουρείτε
αυτοί
φρουρούν
Аорист
εγώ
φρούρησα
εσύ
φρούρησες
αυτός
φρούρησε
εμείς
φρουρήσαμε
εσείς
φρουρήσατε
αυτοί
φρούρησαν
Будущее
εγώ
θα φρουρήσω
εσύ
θα φρουρήσεις
αυτός
θα φρουρήσει
εμείς
θα φρουρήσουμε
εσείς
θα φρουρήσετε
αυτοί
θα φρουρήσουν

Примеры

Το στρατιωτικό δυναμικό φρουρεί τα σύνορα της χώρας.
Военные охраняют границы страны. · The military forces guard the country's borders.
Μας φρούρησε από τον κίνδυνο με την πρόσεξή του.
Своей бдительностью он защитил нас от опасности. · With his vigilance, he protected us from danger.
Οι ιερείς φρουρούν τις παραδόσεις της εκκλησίας.
Священники соблюдают традиции церкви. · The priests uphold the traditions of the church.
Θα φρουρήσουμε τα δικαιώματά μας με όλες μας τις δυνάμεις.
Мы будем защищать наши права со всех сил. · We will safeguard our rights with all our strength.