φρικιαστικός
[friˈkjastikos]прилагательноеB2
Значения
1
ужасающий, вызывающий отвращение
horrifying, abhorrent · φρικιαστικές σκηνές — ужасающие сцены
2
отвратительный, омерзительный
disgusting, loathsome · φρικιαστική κατάσταση — отвратительное состояние
Грамматика
мужской род
им.
φρικιαστικός
вин.
φρικιαστικό
род.
φρικιαστικού
зват.
φρικιαστικέ
женский род
им.
φρικιαστική
вин.
φρικιαστική
род.
φρικιαστικής
зват.
φρικιαστική
средний род
им.
φρικιαστικό
вин.
φρικιαστικό
род.
φρικιαστικού
зват.
φρικιαστικό
Примеры
Η ταινία περιείχε φρικιαστικές σκηνές βίας.
Фильм содержал ужасающие сцены насилия. · The film contained horrifying scenes of violence.
Αυτό το σχόλιό του ήταν φρικιαστικό και προσβλητικό.
Его комментарий был отвратительным и оскорбительным. · His comment was abhorrent and offensive.
Βρήκαν φρικιαστικές συνθήκες στο νοσοκομείο.
Они обнаружили ужасные условия в больнице. · They found appalling conditions in the hospital.
Το φρικιαστικό περιστατικό σχockαρίστηκε όλο το χωριό.
Это ужасное событие потрясло всё село. · The horrifying incident shocked the entire village.