Греческий словарь
с грамматикой

φρικάρω

[friˈkaro]глаголB1

Значения

1
пугаться, испугаться; приходить в ужас
to be frightened, to be scared; to be horrified · φρικάρω από τα σκυλιά — пугаться собак
2
ужасаться, приходить в отвращение; гнушаться
to be appalled, to be disgusted; to loathe · φρικάρω από την βία — ужасаться насилию

Грамматика

Настоящее время
εγώ
φρικάρω
εσύ
φρικάρεις
αυτός
φρικάρει
εμείς
φρικάρουμε
εσείς
φρικάρετε
αυτοί
φρικάρουν
Аорист
εγώ
φρίκαρα
εσύ
φρίκαρες
αυτός
φρίκαρε
εμείς
φρικάραμε
εσείς
φρικάρατε
αυτοί
φρίκαραν
Будущее
εγώ
θα φρικάρω
εσύ
θα φρικάρεις
αυτός
θα φρικάρει
εμείς
θα φρικάρουμε
εσείς
θα φρικάρετε
αυτοί
θα φρικάρουν

Примеры

Τα παιδιά φρικάρουν από τα βράχια.
Дети пугаются от летучих мышей. · The children get scared of bats.
Φρίκαρα όταν είδα το ατύχημα.
Я был в ужасе, когда увидел аварию. · I was horrified when I saw the accident.
Φρικάρει από την ιδέα να ταξιδέψει μόνη.
Её ужасает идея путешествовать одной. · She is appalled at the idea of traveling alone.
Θα φρικάρουν όταν μάθουν την αλήθεια.
Они будут в шоке, когда узнают правду. · They will be shocked when they find out the truth.