Греческий словарь
с грамматикой

φράσσω

[ˈfraso]глаголгруппа А (безударное -ω)B1

Значения

1
закупоривать, закрывать, загораживать
to block, to obstruct, to barricade · φράσσω τη σκάλα με έπιπλα — закупориваю лестницу мебелью
2
преграждать, заграждать (проход, путь)
to bar, to obstruct (a passage, way) · φράσσω τον δρόμο — преграждаю дорогу

Грамматика

Настоящее время
εγώ
φράσσω
εσύ
φράσσεις
αυτός
φράσσει
εμείς
φράσσουμε
εσείς
φράσσετε
αυτοί
φράσσουν
Аорист
εγώ
έφραξα
εσύ
έφραξες
αυτός
έφραξε
εμείς
φράξαμε
εσείς
φράξατε
αυτοί
έφραξαν
Будущее
εγώ
θα φράξω
εσύ
θα φράξεις
αυτός
θα φράξει
εμείς
θα φράξουμε
εσείς
θα φράξετε
αυτοί
θα φράξουν

Примеры

Έφραξαν την πόρτα με σανίδες.
Они закупорили дверь досками. · They blocked the door with boards.
Ο δρόμος φράσσεται λόγω εργασιών.
Дорога перекрывается из-за ремонтных работ. · The road is being blocked due to construction.
Θα φράξουμε τα ανοίγματα την αύριο.
Завтра мы закупорим все отверстия. · Tomorrow we will seal up the openings.