φουσκώνω
[fuˈskono]глаголгруппа А (безударное -ω)B1
Значения
1
раздуваться, вздуваться, опухать
swell, puff up, become inflated · το πρόσωπό του φουσκώνει — его лицо опухает
2
раздувать, вспучивать (непереходное)
swell up, become distended (intransitive) · η φλέβα φουσκώνει — вена вздувается
3
зарываться в землю, расти (о растении)
swell in the ground, grow (of a bulb or seed) · τα κρεμμύδια φουσκώνουν — луковицы разбухают в почве
Грамматика
Настоящее время
εγώ
φουσκώνω
εσύ
φουσκώνεις
αυτός
φουσκώνει
εμείς
φουσκώνουμε
εσείς
φουσκώνετε
αυτοί
φουσκώνουν
Аорист
εγώ
φούσκωσα
εσύ
φούσκωσες
αυτός
φούσκωσε
εμείς
φουσκώσαμε
εσείς
φουσκώσατε
αυτοί
φούσκωσαν
Будущее
εγώ
θα φουσκώσω
εσύ
θα φουσκώσεις
αυτός
θα φουσκώσει
εμείς
θα φουσκώσουμε
εσείς
θα φουσκώσετε
αυτοί
θα φουσκώσουν
Примеры
Το μάγουλό του φούσκωσε μετά τον καβγά.
После ссоры его щека опухла. · His cheek swelled after the fight.
Τα ποδάρια του φουσκώνουν στη ζέστη.
Его ноги опухают в жару. · His feet swell in the heat.
Η φλέβα του φουσκώνεται όταν δίνει αίμα.
Его вена вздувается, когда он сдаёт кровь. · His vein protrudes when he donates blood.
Οι σπόροι φούσκωσαν στο νερό.
Семена разбухли в воде. · The seeds swelled in water.