Греческий словарь
с грамматикой

φορτώνω

[forˈtono]глаголB1

Значения

1
грузить, нагружать (товар на транспортное средство)
to load, to cargo (goods onto a vehicle) · φορτώνω το φορτηγό — грузу грузовик
2
обременять, давить на (кого-л. проблемой, ответственностью)
to burden, to weigh down (someone with a problem, responsibility) · φορτώνω κάποιον με δουλειά — обремениваю кого-то работой

Грамматика

Настоящее время
εγώ
φορτώνω
εσύ
φορτώνεις
αυτός
φορτώνει
εμείς
φορτώνουμε
εσείς
φορτώνετε
αυτοί
φορτώνουν
Аорист
εγώ
φόρτωσα
εσύ
φόρτωσες
αυτός
φόρτωσε
εμείς
φορτώσαμε
εσείς
φορτώσατε
αυτοί
φόρτωσαν
Будущее
εγώ
θα φορτώσω
εσύ
θα φορτώσεις
αυτός
θα φορτώσει
εμείς
θα φορτώσουμε
εσείς
θα φορτώσετε
αυτοί
θα φορτώσουν

Примеры

Φορτώνουν εμπορεύματα στο πλοίο κάθε μέρα.
Они грузят товары на корабль каждый день. · They load merchandise on the ship every day.
Φόρτωσε όλα τα κουτιά στο αυτοκίνητο.
Он нагрузил все коробки в машину. · He loaded all the boxes into the car.
Δεν θέλω να με φορτώσετε με περισσότερη δουλειά.
Я не хочу, чтобы вы меня обременяли дополнительной работой. · I don't want you to burden me with more work.
Θα φορτώσουν το φορτηγό αύριο το πρωί.
Они будут грузить грузовик завтра утром. · They will load the truck tomorrow morning.