Греческий словарь
с грамматикой

φορολογώ

[foroloˈɣo]глаголгруппа Б2 (-ώ → -είς)B1

Значения

1
облагать налогом, взимать налог
to tax, to impose a tax on · φορολογώ τα εισοδήματα — облагаю налогом доходы
2
критиковать, осуждать (неформ.)
to criticize, to censure (informal) · φορολογούν την απόφασή του — критикуют его решение

Грамматика

Настоящее время
εγώ
φορολογώ
εσύ
φορολογείς
αυτός
φορολογεί
εμείς
φορολογούμε
εσείς
φορολογείτε
αυτοί
φορολογούν
Аорист
εγώ
φορολόγησα
εσύ
φορολόγησες
αυτός
φορολόγησε
εμείς
φορολογήσαμε
εσείς
φορολογήσατε
αυτοί
φορολόγησαν
Будущее
εγώ
θα φορολογήσω
εσύ
θα φορολογήσεις
αυτός
θα φορολογήσει
εμείς
θα φορολογήσουμε
εσείς
θα φορολογήσετε
αυτοί
θα φορολογήσουν

Примеры

Το κράτος φορολογεί τα επαγγελματικά κέρδη.
Государство облагает налогом деловые доходы. · The state taxes business profits.
Αν φορολογήσουν περισσότερο, θα υπάρξουν διαμαρτυρίες.
Если повысят налоги, будут протесты. · If they raise taxes further, there will be protests.
Οι πολίτες φορολογούν την κυβέρνηση για τη φτώχεια.
Граждане критикуют правительство за бедность. · Citizens criticize the government for poverty.
Χθες φορολόγησαν τα εισοδήματά μας.
Вчера облагли налогом наши доходы. · Yesterday our incomes were taxed.