Греческий словарь
с грамматикой

φονιάς

[foniˈas]существительноеο · мужской родB1

Значения

1
убийца
murderer, killer · ένας επικίνδυνος φονιάς — опасный убийца

Грамматика

Ед. ч.
им.
o φονιάς
вин.
τον φονιά
род.
του φονιά
зват.
φονιέ
Мн. ч.
им.
οι φονιάδες
вин.
τους φονιάδες
род.
των φονιάδων
зват.
φονιάδες

Примеры

Ο φονιάς συνελήφθη από την αστυνομία.
Убийца был арестован полицией. · The murderer was arrested by the police.
Αναζητούν τον φονιά της άτυχης γυναίκας.
Они ищут убийцу несчастной женщины. · They are searching for the killer of the unfortunate woman.
Οι φονιάδες αυτοί δεν θα ξεφύγουν από τη δικαιοσύνη.
Эти убийцы не избегнут справедливости. · These murderers will not escape justice.