Греческий словарь
с грамматикой

φονεύω

[foˈnevo]глаголгруппа А (безударное -ω)B1

Значения

1
убивать, совершать убийство
to kill, to murder · φόνευσε έναν άνθρωπο — убил человека

Грамматика

Настоящее время
εγώ
φονεύω
εσύ
φονεύεις
αυτός
φονεύει
εμείς
φονεύουμε
εσείς
φονεύετε
αυτοί
φονεύουν
Аорист
εγώ
φόνευσα
εσύ
φόνευσες
αυτός
φόνευσε
εμείς
φονέψαμε
εσείς
φονέψατε
αυτοί
φόνευσαν
Будущее
εγώ
θα φονεύσω
εσύ
θα φονεύσεις
αυτός
θα φονεύσει
εμείς
θα φονεύσουμε
εσείς
θα φονεύσετε
αυτοί
θα φονεύσουν

Примеры

Ο δολοφόνος φόνευσε το θύμα του.
Убийца убил свою жертву. · The murderer killed his victim.
Στη δραματική σκηνή, ο ήρωας φονεύει τον εχθρό του.
В драматической сцене герой убивает своего врага. · In the dramatic scene, the hero kills his enemy.
Ο νόμος απαγορεύει να φονεύεις ανθρώπους.
Закон запрещает убивать людей. · The law forbids killing people.