φονέας
[foˈneas]существительноеο · мужской родB2
Значения
1
убийца
murderer · ο φονέας του βασιλιά — убийца короля
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο φονέας
вин.
τον φονέα
род.
του φονέα
зват.
φονέα
Мн. ч.
им.
οι φονείς
вин.
τους φονείς
род.
των φονέων
зват.
φονείς
Примеры
Ο φονέας συνελήφθη από την αστυνομία χθες.
Убийца был арестован полицией вчера. · The murderer was arrested by the police yesterday.
Οι φονείς του δικτάτορα παρέμειναν ανώνυμοι.
Убийцы диктатора остались безымянными. · The dictator's assassins remained anonymous.
Ο δικαστής καταδίκασε τον φονέα σε ισόβια.
Судья приговорил убийцу к пожизненному заключению. · The judge sentenced the murderer to life imprisonment.