Греческий словарь
с грамматикой

φοιτώ

[fɪˈtɔ]глаголB1

Значения

1
учиться в университете, быть студентом
to study at university, to be a student · φοιτώ στο πανεπιστήμιο — учусь в университете
2
посещать занятия, ходить в школу или учебное заведение
to attend classes, to go to school or an educational institution · φοιτώ σε ένα σχολείο — учусь в школе

Грамматика

Настоящее время
εγώ
φοιτώ
εσύ
φοιτάς
αυτός
φοιτά
εμείς
φοιτούμε
εσείς
φοιτάτε
αυτοί
φοιτούν
Аорист
εγώ
φοίτησα
εσύ
φοίτησες
αυτός
φοίτησε
εμείς
φοιτήσαμε
εσείς
φοιτήσατε
αυτοί
φοίτησαν
Будущее
εγώ
θα φοιτήσω
εσύ
θα φοιτήσεις
αυτός
θα φοιτήσει
εμείς
θα φοιτήσουμε
εσείς
θα φοιτήσετε
αυτοί
θα φοιτήσουν

Примеры

Ο Γιάννης φοιτά στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο.
Янис учится в Аристотелевском университете. · Yannis studies at Aristotle University.
Όταν ήμουν μικρή, φοιτούσα σε ένα ιδιωτικό σχολείο.
Когда я была маленькой, я ходила в частную школу. · When I was young, I attended a private school.
Θα φοιτήσει στη σχολή νομικής του χρόνου.
В следующем году она будет учиться на юридическом факультете. · She will study law next year.
Πολλοί φοίτησαν και αποφοίτησαν από αυτό το ίδρυμα.
Многие учились и окончили это учреждение. · Many studied and graduated from this institution.