φοιτητικός
[fi.ti.tiˈkos]прилагательноеB1
Значения
1
студенческий, относящийся к студентам
student, relating to students · φοιτητική ζωή — студенческая жизнь
2
студенческий, характерный для студентов
student-like, typical of students · φοιτητικό κόμμα — студенческая вечеринка
Грамматика
мужской род
им.
φοιτητικός
вин.
φοιτητικό
род.
φοιτητικού
зват.
φοιτητικέ
женский род
им.
φοιτητική
вин.
φοιτητική
род.
φοιτητικής
зват.
φοιτητική
средний род
им.
φοιτητικό
вин.
φοιτητικό
род.
φοιτητικού
зват.
φοιτητικό
Примеры
Η φοιτητική κοινότητα είναι πολύ δραστήρια στο πανεπιστήμιο.
Студенческое сообщество очень активно в университете. · The student community is very active at the university.
Το φοιτητικό κέντρο οργανώνει πολλές εκδηλώσεις.
Студенческий центр организует много мероприятий. · The student centre organises many events.
Αυτή είναι μια τυπική φοιτητική συμπεριφορά.
Это типичное студенческое поведение. · That is typical student behaviour.
Οι φοιτητικές οργανώσεις προστατεύουν τα δικαιώματά τους.
Студенческие организации защищают их права. · Student organisations protect their rights.