φοιτητής
[fitiˈtis]существительноеο · мужской родA1
Значения
1
студент
student (at university) · φοιτητής του πανεπιστημίου — студент университета
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο φοιτητής
вин.
τον φοιτητή
род.
του φοιτητή
зват.
φοιτητή
Мн. ч.
им.
οι φοιτητές
вин.
τους φοιτητές
род.
των φοιτητών
зват.
φοιτητές
Примеры
Ο φοιτητής σπουδάζει μαθηματικά.
Студент изучает математику. · The student is studying mathematics.
Οι φοιτητές έχουν πολλά μαθήματα.
У студентов много занятий. · The students have many classes.
Ήμουν φοιτητής στο Αθηναϊκό πανεπιστήμιο.
Я был студентом афинского университета. · I was a student at the University of Athens.
Τον φοιτητή τον ενδιαφέρει η φυσική.
Студента интересует физика. · The student is interested in physics.