Греческий словарь
с грамматикой

φοβούμαι

[foˈvume]глаголA1

Значения

1
бояться, испугаться
to be afraid, to fear · φοβάμαι το σκοτάδι — бояться темноты
2
опасаться, беспокоиться
to worry, to be concerned · φοβάμαι ότι θα αργήσω — опасаюсь, что опоздаю

Грамматика

Настоящее время
εγώ
φοβάμαι
εσύ
φοβάσαι
αυτός
φοβάται
εμείς
φοβόμαστε
εσείς
φοβάστε
αυτοί
φοβούνται
Аорист
εγώ
φοβήθηκα
εσύ
φοβήθηκες
αυτός
φοβήθηκε
εμείς
φοβηθήκαμε
εσείς
φοβηθήκατε
αυτοί
φοβήθηκαν
Будущее
εγώ
θα φοβηθώ
εσύ
θα φοβηθείς
αυτός
θα φοβηθεί
εμείς
θα φοβηθούμε
εσείς
θα φοβηθείτε
αυτοί
θα φοβηθούν

Примеры

Τα παιδιά φοβούνται τις βροχές.
Дети боятся гроз. · The children are afraid of thunderstorms.
Φοβήθηκα όταν άκουσα τον ήχο.
Я испугался, когда услышал звук. · I was frightened when I heard the noise.
Δεν φοβάμαι να πω την αλήθεια.
Я не боюсь говорить правду. · I'm not afraid to tell the truth.
Θα φοβηθώ αν μείνω μόνος.
Я буду бояться, если останусь один. · I will be afraid if I stay alone.