Греческий словарь
с грамматикой

φλυαρώ

[fljaˈro]глаголгруппа Б1 (-άω/-ώ)B1

Значения

1
болтать, говорить попусту, нести вздор
to chatter, to talk nonsense, to prattle · φλυαρά για ανοησίες — болтает о глупостях
2
трещать (механизм, машина)
to clatter, to rattle (of a machine) · ο κινητήρας φλυαρά — мотор трещит

Грамматика

Настоящее время
εγώ
φλυαρώ
εσύ
φλυαράς
αυτός
φλυαρά
εμείς
φλυαράμε
εσείς
φλυαράτε
αυτοί
φλυαράνε
Аорист
εγώ
φλυάρησα
εσύ
φλυάρησες
αυτός
φλυάρησε
εμείς
φλυαρήσαμε
εσείς
φλυαρήσατε
αυτοί
φλυάρησαν
Будущее
εγώ
θα φλυαρήσω
εσύ
θα φλυαρήσεις
αυτός
θα φλυαρήσει
εμείς
θα φλυαρήσουμε
εσείς
θα φλυαρήσετε
αυτοί
θα φλυαρήσουν

Примеры

Ο γιατρός είπε να σταματήσει να φλυαρά.
Врач сказал ему прекратить болтовню. · The doctor told him to stop chattering.
Φλυάρησε για ώρες χωρίς να πει τίποτα χρήσιμο.
Он болтал часами, не говоря ничего полезного. · He prattled on for hours without saying anything useful.
Το παλιό αυτοκίνητο φλυαρά κάθε φορά που το ξεκινάμε.
Эта старая машина трещит каждый раз, когда мы её заводим. · That old car rattles every time we start it.
Δεν άρεσε στο δάσκαλο που φλυαράμε στην τάξη.
Учителю не понравилось, что мы болтали в классе. · The teacher didn't like us chattering in class.