φλεγμονή
[fleɡmoˈni]существительноеη · женский родB2
Значения
1
воспаление
inflammation · φλεγμονή του δέρματος — воспаление кожи
Грамматика
Ед. ч.
им.
η φλεγμονή
вин.
τη φλεγμονή
род.
της φλεγμονής
зват.
φλεγμονή
Мн. ч.
им.
οι φλεγμονές
вин.
τις φλεγμονές
род.
των φλεγμονών
зват.
φλεγμονές
Примеры
Η φλεγμονή του αρθρώνου προκαλεί έντονο πόνο.
Воспаление суставов вызывает сильную боль. · Joint inflammation causes severe pain.
Ο γιατρός διέγνωσε μια φλεγμονή στο λαιμό.
Врач диагностировал воспаление горла. · The doctor diagnosed an inflammation of the throat.
Οι φλεγμονές του δέρματος απαιτούν κατάλληλη θεραπεία.
Воспаления кожи требуют надлежащего лечения. · Skin inflammations require proper treatment.