Греческий словарь
с грамматикой

φλέγω

[ˈfleɣo]глаголB1

Значения

1
гореть, пылать (о пламени, огне)
to burn, to blaze (of fire, flame) · η φωτιά φλέγει — огонь горит
2
гореть, палить (о боли, страсти, гневе)
to burn, to sear (of pain, passion, anger) · φλέγει από οργή — гореть от гнева

Грамматика

Настоящее время
εγώ
φλέγω
εσύ
φλέγεις
αυτός
φλέγει
εμείς
φλέγουμε
εσείς
φλέγετε
αυτοί
φλέγουν
Аорист
εγώ
έφλεξα
εσύ
έφλεξες
αυτός
έφλεξε
εμείς
έφλεξαμε
εσείς
έφλεξατε
αυτοί
έφλεξαν
Будущее
εγώ
θα φλέξω
εσύ
θα φλέξεις
αυτός
θα φλέξει
εμείς
θα φλέξουμε
εσείς
θα φλέξετε
αυτοί
θα φλέξουν

Примеры

Η φωτιά φλέγει δυνατά στο τζάκι.
Огонь ярко горит в камине. · The fire is burning brightly in the fireplace.
Το πρόσωπό του έφλεξε από ντροπή.
Его лицо горело от стыда. · His face burned with shame.
Φλέγεται από πόθο να ταξιδέψει.
Он горит желанием путешествовать. · He is burning with the desire to travel.
Οι φλόγες φλέγονταν όλη τη νύχτα.
Пламя горело всю ночь. · The flames burned all night long.