Греческий словарь
с грамматикой

φιλώ

[fiˈlo]глаголA1

Значения

1
целовать
to kiss · φιλώ τη μητέρα μου — целую мою мать
2
любить, быть любящим к кому-то
to love, to be fond of · φιλώ τα παιδιά — люблю детей

Грамматика

Настоящее время
εγώ
φιλώ
εσύ
φιλάς
αυτός
φιλά
εμείς
φιλάμε
εσείς
φιλάτε
αυτοί
φιλάνε
Аорист
εγώ
φίλησα
εσύ
φίλησες
αυτός
φίλησε
εμείς
φιλήσαμε
εσείς
φιλήσατε
αυτοί
φίλησαν
Будущее
εγώ
θα φιλήσω
εσύ
θα φιλήσεις
αυτός
θα φιλήσει
εμείς
θα φιλήσουμε
εσείς
θα φιλήσετε
αυτοί
θα φιλήσουν

Примеры

Η μητέρα φιλά το παιδί της.
Мать целует своего ребёнка. · The mother kisses her child.
Φιλάμε τον πατέρα μας.
Мы целуем нашего отца. · We kiss our father.
Χθες φίλησα την κόρη μου.
Вчера я поцеловала свою дочь. · Yesterday I kissed my daughter.
Φιλάμε όλοι την Ελλάδα.
Мы все любим Грецию. · We all love Greece.