Греческий словарь
с грамматикой

φιλοτεχνώ

[filoˈtexno]глаголB2

Значения

1
заниматься искусством, творчеством; любить искусство
to engage in art or craftsmanship; to pursue artistic endeavors · φιλοτεχνώ με ζωγραφική — занимаюсь живописью
2
творить, создавать произведения искусства
to create artworks; to produce works of art · φιλοτεχνώ έργα τέχνης — создаю произведения искусства

Грамматика

Настоящее время
εγώ
φιλοτεχνώ
εσύ
φιλοτεχνάς
αυτός
φιλοτεχνά
εμείς
φιλοτεχνούμε
εσείς
φιλοτεχνάτε
αυτοί
φιλοτεχνούν
Аорист
εγώ
φιλοτέχνησα
εσύ
φιλοτέχνησες
αυτός
φιλοτέχνησε
εμείς
φιλοτεχνήσαμε
εσείς
φιλοτεχνήσατε
αυτοί
φιλοτέχνησαν
Будущее
εγώ
θα φιλοτεχνήσω
εσύ
θα φιλοτεχνήσεις
αυτός
θα φιλοτεχνήσει
εμείς
θα φιλοτεχνήσουμε
εσείς
θα φιλοτεχνήσετε
αυτοί
θα φιλοτεχνήσουν

Примеры

Πολλοί καλλιτέχνες φιλοτεχνούν για να εκφράσουν τα συναισθήματά τους.
Многие художники занимаются искусством, чтобы выразить свои чувства. · Many artists engage in art to express their feelings.
Φιλοτέχνησε έναν όμορφο πίνακα το περασμένο καλοκαίρι.
Он создал красивую картину прошлым летом. · He created a beautiful painting last summer.
Θα φιλοτεχνήσουν μαζί στο νέο στούντιό τους.
Они будут творить вместе в их новой студии. · They will work on art together in their new studio.